Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014
ΔΗΜΟΥΛΑ
ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.
Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.
Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.
Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.
Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.
Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.
Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.
Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014
Γιάννης Ρίτσος, Παραπλανητικό
Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρ΄σεις, σφαλερές διαισθήσεις.
κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ' την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
Υπερώον, 1985
διαδοχικές αναιρ΄σεις, σφαλερές διαισθήσεις.
κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ' την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
Υπερώον, 1985
Σάββατο 27 Ιουλίου 2013
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
Οδυσσέας Ελύτης, Λακωνικόν
Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη μου επέ-
στρεψε στον ήλιο.
Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της πέτρας και του
αιθέρος
Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι.
Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο
Χειμώνα ελάχιστε
Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς
Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει
πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
Ανήκει στη συλλογή Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960), την οποία ο ποιητής
δούλευε επί χρόνια παράλληλα με το Άξιον
Εστί. Είναι, επομένως, εμπνευσμένη από τα ίδια γεγονότα (του πολέμου, της Αντίστασης
και του εμφυλίου), ωστόσο δεν έχει τον ίδιο δοξαστικό και πολυφωνικό χαρακτήρα
με το Άξιον Εστί, αλλά χαμηλόφωνο, εξομολογητικό και ερμητικό χαρακτήρα. Προχωρεί σε πιο ενδογενή πεδία, στην προσωπική μοίρα του ποιητή. Εξερευνά την αγνή και αθώα φύση του ανθρώπου, προτού διεισδύσει στον πυρήνα
της η σήψη και η ενοχή. Ο ποιητής σκάπτει ένδον, διενεργεί μια «αυτοψία» των
συναισθημάτων του, αναζητεί τον εαυτό του, νιώθει τη «μαχαιριά» του ουρανού ή
του κόσμου σαν «τύψη» μέσα του και
σηκώνει μόνος του, αν και αθώος, το προπατορικό αμάρτημα. Έτσι, κάθε ποίημα της
συλλογής θίγει ένα κοσμογονικό πρόβλημα, μια ατέλεια του κόσμου, ενώ παράλληλα
ο θάνατος έχει σταθερή παρουσία είτε ως το τέλος μιας κοσμογονικής πορείας είτε
ως η αφετηρία ενός νέου κόσμου, στον οποίο ο Θεός αποκαθιστά τις ατέλειες
συνειδητοποιώντας ότι έσφαλε.
Το «Λακωνικόν» είναι το πιο λιτό,
πυκνό και ελλειπτικό ποίημα της συλλογής, αλλά και ταυτόχρονα και ένα από τα
λυρικότερα. Κύριος θεματικός πυρήνας του είναι η ποιητική αυτογνωσία η οποία
συντελείται όχι μέσα από την έκλαμψη του ήλιου αλλά του θανάτου. Ο ποιητής
πυρπολείται από τον «καημό», την οδύνη του θανάτου και αντιδρώντας
συναισθηματικά επιστρέφει τη λάμψη του στον ήλιο, δηλαδή αρνείται το θάνατο, διαλέγει
το φως και επομένως τη ζωή. Συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως αρμονική συνέχεια των
δύο διαμετρικά αντίθετων άκρων του κόσμου, «της
πέτρας και του αιθέρος», αποτελεί τμήμα της φύσης με σύνθεση υλική («πέτρα»:σώμα) και άυλη («αιθέρας»:πνεύμα). Η αυτογνωσία του
ολοκληρώνεται με τη συνείδηση ότι είναι αυτός τον οποίο αναζητούσε: «Λοιπόν, αυτός που γύρευα, είμαι», φύση εφήμερη, φθαρτή, αλλά και
πνεύμα ανήσυχο. Η διαπίστωση αυτή τον οδηγεί σε μια λυρική επίκληση τριών εποχών,
του «λινού καλοκαιριού», του «συνετού φθινόπωρου»
και του «ελάχιστου χειμώνα». Ταυτίζει το «είναι» του με τον κύκλο των εποχών,
ίσως με τις εποχές της πατρίδας του της Λέσβου, στην οποία συχνά δεν υπάρχει άνοιξη.
Σχετικά με την επιλογή των επιθέτων που προσδιορίζουν τις τρεις εποχές γράφει ο
Δ.Ν. Μαρωνίτης: «Αν η διάταξη των εποχών (καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
ορίζει τις ουσιαστικές αναλογίες του εσωτερικού λυρισμού του Ελύτη, η επιλογή
και η κατανομή των επιθέτων παραπέμπουν στις ποιοτικές του αναλογίες. Το
επίθετο «λινό» καθιστά το
προτασσόμενο καλοκαίρι υλική εικόνα. ο χαρακτήρας του «συνετού»
επιφυλάσσει στο μέσο φθινόπωρο αξίες ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενώ ο τελικός
χειμώνας προσλαμβάνεται και αποκρούεται μόνο με τη λογική της αριθμητικής («ελάχιστε»)».
Αυτός φαίνεται να είναι και ο
πυρήνας της αυτοσυνείδησης του ποιητή: συλλαμβάνει την πορεία της ποίησής του
να συμβαδίζει με τον κύκλο των εποχών: το ερωτικό καλοκαίρι είναι η κορύφωση,
το φθινόπωρο είναι η μετρημένη περισυλλογή και το χειμώνα η υποτυπώδης ποιητική
καταβύθιση. Αλλά και η ζωή του συμπορεύεται με τον κύκλο της φύσης («καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς»).
Έτσι, η ποιητική και προσωπική του αυτογνωσία επιτυγχάνεται με καθαρούς όρους
της φύσης: πέτρα, αιθέρας, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, ελιά.
Ακόμα και στον παραλογισμό της
ιστορικής συγκυρίας («Και στη νύχτα μέσα
των αφρόνων») και η ελάχιστη ποιητική φωνή του («μ’ ένα μικρό τριζόνι») νομιμοποιεί το «Ανέλπιστο», ευαγγελίζεται τη σωτηρία. Ο συσχετισμός της «νύχτας των
αφρόνων» με το θάνατο ίσως μπορεί να ερμηνεύσει την πυρπόληση του ποιητή από
τον καημό του θανάτου (στ.1) και τη συνακόλουθη ενδοσκόπηση. Η νύχτα του
παραλογισμού είναι το Ανέλπιστο που βοήθησε τον ποιητή να συνειδητοποιήσει τη
φθαρτή του φύση, αυτήν που συμπορεύεται με τις εποχές, μαραίνεται και πεθαίνει.
Το μόνο αθάνατο και νόμιμο είναι το ταπεινό του τραγούδι (σαν μικρού τριζονιού),
αν και ανέλπιστο κι αυτό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)